Σπουδαία η δουλειά που έκανε ο Νίκος Τομαράς
Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΤΖΕΝΗ
Φιλόλογου
Στη χαραυγή του 2012 ο Ηπειρώτης ερμηνευτής της δημοτικής μουσικής Νίκος Τομαράς, καταγόμενος από την Κράψη Ιωαννίνων, ολοκλήρωσε και έθεσε σε κυκλοφορία το « τρίτο Οδοιπορικό » του στα βουνά και στα κοπάδια το οποίο είναι κινηματογράφηση της ζωής των νομάδων κτηνοτρόφων της Πίνδου και των κοπαδιών τους στα χειμαδιά και στα ξεκαλοκαιριά τους κυρίως. Ο Τομαράς ξεκινάει τις οδοιπορίες του από τους ποιμένες του Ανωγείου Πρεβέζης, διατρέχει τα χωριά Θεριακίσι, Πεστά, Μανωλιάσα, Μελιγγούς, Μάρμαρα, Καλπάκι, Πεδινά στο λεκανοπέδιο Ιωαννίνων. Διαβαίνει τον Άραχθο και σκαρφαλώνει στην Κωστηλάτα Θεοδωριάνων, όπου αλωνίζει γαλαροκόπαδα και στερφοκοπές έως την Πυραμίδα ( υψ 2329 ). Καβαλικεύει τα Τζουμέρκα και από το « Σπανό » στα Πραμαντιώτικα βουνά ( υψ 2240 ), αγναντεύει το Αγκάθι Μελισσουργών (υψ 2393 ) και ατενίζει τον ήλιο το χάραμα από την Κακαρδίτσα ( υψ 2429 ), την ψηλότερη κορυφή της Νότιας Πίνδου. Αναστατώνει επί μέρες τα κοπάδια των νομάδων των Πραμάντων και του Ματσουκίου, ρίχνεται στα Καλλαρρυτιώτικα σπανά, Καμάρα, Νικούλιτσα, Κουρμουλιάσα, Κουρκούμπετα όπου σκαρίζει βαριά κοπάδια από εφτακόσια μέχρι δυόμισι χιλιάδες πρόβατα, συνομιλεί με τους ποιμένες σαν να τους γνωρίζει από χρόνια, ακροπατεί στην Τσιουκαρέλα και στο Περιστέρι ( υψ 2395 ), περιπλανάται στις στάνες της Γότιστας, της Κράψης και του Μεγάλου Περιστεριού και λημεριάζει στα βουνά του Ασπροποτάμου .
Στην όμορφη Βερλίγκα του Χαλικιού, σύνορο με τον Γαλαρόκαμπο του Συρράκου, ο Ν. Τομαράς « έρουσε και σαλάησε » κοπαδούρες με δεκάδες τραγιά γκεσέμια, αρματωμένα με μεράκι και ευαισθησία από τους παλιούς και νεώτερους τσελιγκάδες. Από το οροπέδιο του Μετσόβου κατευθύνεται στο Ζαγόρι και ξετρυπώνει τις εκεί υπάρχουσες Σαρακατσιάνικες στάνες. Στη συνέχεια περιδιαβαίνει στα κοπάδια του Πωγωνίου για να υψωθεί στης Νεμέρτσικας τα ακροτόπια ( υψ 2200 ). Όμως το ακοίμητο πάθος του Τομαρά για την ποιμενική περιπέτεια δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Ούτε ο απόρθητος Γράμμος ( υψ 2520 ), η Αετομηλίτσα και ο υψιπετής Σμόλικας ( υψ 2637 ) δεν γλίτωσαν από το πάθος του Ν. Τομαρά να καταγράψει τα βαριά τσελιγκάτα της Βόρειας Πίνδου. Στη Σαμαρίνα θα τερματίσει προς το παρόν τις αναζητήσεις του, αναζητήσεις πλούσιες σε ομορφιά, συναισθήματα και μηνύματα.
Ο Νίκος Τομαράς, ένας τροβαδούρος της δημοτικής μουσικής, δεν επέλεξε « την πεπατημένη οδό » στο έργο του, όπως συνηθίζουν άλλοι, που επισκέπτονται στάνες και βοσκούς σε τόπους εύκολα προσβάσιμους με αυτοκίνητο πραγματοποιώντας ρηχές και πρόχειρες καταγραφές της ποιμενικής ζωής. Αντιθέτως, ως αμετανόητος λάτρης της ποιμενικής ομορφιάς και γνήσιος εκφραστής του λαϊκού βίου ακολούθησε επί μέρες και εβδομάδες βήμα προς βήμα νομάδες και κοπάδια σαν τζιομπάνος με την κλίτσα, την κάπα, τη φλογέρα, το κλαρίνο στα δύσβατα μονοπάτια των καλοκαιρινών λιβαδιών της πινδικής επικράτειας μαζί με τους ακαταπόνητους συνεργάτες του.
Τα τραγούδια τα οποία επέλεξε ο μουσικός Ν. Τομαράς να συνοδεύσουν τα Οδοιπορικά του συνυφαίνονται αρμονικά με το θέμα τους και ακούγονται άλλοτε ως Δοξαστικό της ελεύθερης και φυσικής ζωής των ανθρώπων των κοπαδιών, του ήλιου και των καταιγίδων, άλλοτε ως λυγμός για « τα χαμένα τσελιγκάτα » που τα αφάνισε η ολέθρια συσσώρευση του ελληνικού πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η δραματική ερήμωση της υπαίθριου χώρας και άλλοτε ως μοιρολόι για το εύθραυστο της ανθρώπινης μοίρας σε αντίθεση με την αδιατάραχτη αιωνιότητα των ψηλών βουνών, την ευτυχία των οποίων ζηλεύουν οι ανήμποροι γεροτσελιγκάδες, που δεν έχουν πια τα φτερά του σταυραετού να πετάξουν στις κορυφές τους.
Ο Τομαράς περπάτησε, αγρύπνησε, ίδρωσε, δίψασε, έζησε στιγμές αγωνίας στην προσπάθειά του να προλάβει τα κοπάδια στα γρέκια τους, στις βοσκές τους, στο άρμεγμά τους, στο στάλο, στο σκάρισμα, στο αλάτισμα, στο πότισμά τους μέσα στο ποιμενικό πεδίο, στον φυσικό τους χώρο. Με την τακτική της αυτοψίας κατόρθωσε να βιώσει ο ίδιος τη ζωή που έζησαν οι πρόγονοί του ποιμένες και εξακολουθούν να ζουν οι τελευταίοι νομάδες των ελληνικών βουνών που αρνούνται πεισματικά « να παραδώσουν τα όπλα » εγκαταλείποντας τον πλάνητα βίο.
Στις εικόνες που απαθανάτισε η κινηματογράφηση του Τομαρά αναδεικνύονται οι δυο όψεις του Νομαδισμού. Με το πρώτο κοίταγμα ο θεατής θαυμάζει το κάλλος της ποιμενικής ζωής « στην πιο γλυκιά της ώρα » που είναι η εαρινή άνοδος των κοπαδιών στους καταπράσινους λειμώνες και στις λευκάζουσες από τα άλιωτα χιόνια κορυφές. Οι ηγέτες των αιγοπροβάτων, τράγοι και κριάρια, στολισμένοι με τις « αρμάτες », τα ασήκωτα κυπριά και τις βαριές κουδούνες στην πρωτοπορία των κοπαδιών, οι ήχοι και τα βελάσματα, τα γαβγίσματα των τζομπανόσκυλων και οι ιαχές των ποιμένων προσδίδουν επική μεγαλοπρέπεια στις μετακινήσεις των κοπαδιών.
Στη δεύτερη όμως ανάγνωση των εικόνων ο υποψιασμένος θεατής νιώθει να καταλαμβάνεται από μελαγχολική διάθεση η οποία ενισχύεται από τα λεγόμενα των βοσκών οι οποίοι εστιάζουν στην αιώνια αιχμαλωσία τους στα κοπάδια, στην εξορία τους από την οικογενειακή και κοινωνική ζωή και στη διαρκή πάλη τους με τα φυσικά στοιχεία. Αυτήν τη σκυθρωπή διάσταση της ποιμενικής ζωής επιβεβαιώνουν και οι σκέψεις του Ευρυτάνα συγγραφέα Μάρκου Γκιόλια: « Η ποιμενική ζωή δεν είναι ειδύλλιο και φλογέρα. Από τις διάφορες κοινωνικές ομάδες, οι ποιμένες αντιμετωπίζουν τους περισσότερους κινδύνους για τη δική τους επιβίωση αλλά και των ζώων. Δυσμενή καιρικά φαινόμενα, ανομβρίες ή καταστροφικές καταιγίδες, αστάθμητα γεγονότα, αρπαγές κοπαδιών, επιδρομές άγριων θηρίων, αγωνίες για την εξασφάλιση βοσκοτόπων. Κατά τις ποιμενικές μετακινήσεις, οι οποίες διαρκούν αρκετές μέρες ή ολόκληρες εβδομάδες, συμβαίνουν διάφορα απρόοπτα ή ατυχή περιστατικά: αρρώστιες, τοκετοί γυναικών, ακόμα και θάνατοι. Η πορεία είναι συχνά μια πραγματική οδύσσεια για όλα τα μέλη της κοινότητας του τσελιγκάτου… ». Ο Θανάσης Ανωγιάτης, ένας λόγιος άνθρωπος από την Πρέβεζα, εκφράζει την δική του άποψη για τους νομάδες: « Οι νομάδες κτηνοτρόφοι και γενικότερα όλοι οι ποιμένες είναι οι ηρωικοί ακρίτες της ελληνικής γης που βγάζουν το ψωμί τους με αξιοπρέπεια. Το επάγγελμα που ασκούν είναι για λίγους, κανένας από μας τους βολεμένους αστούς δεν έχει τα κότσια να φυλάξει πρόβατα. Μόνο όσοι έχουν ποιμενικές ρίζες μπορούν να γίνουν βοσκοί…».
Τα τρία Οδοιπορικά του Νίκου Τομαρά δεν είναι μια ρομαντική περιδιάβαση στα τοπία της ποιμενικής ζωής. Αποτελούν σπουδαίο τεκμήριο και πνευματικό πόνημα στο οποίο αποτυπώνονται με μουσική, εικόνα, κίνηση και λόγο ( δημοτικά τραγούδια, διάλογοι του δημιουργού με τους βοσκούς ) ο πολυδιάστατος ρόλος και η προσφορά της νομαδικής κτηνοτροφίας στην τοπική κοινωνία, στην αγροτική παραγωγή, στην εθνική οικονομία και στη διαφύλαξη της ελληνικής παράδοσης και κληρονομιάς. Συγκεκριμένα οι Νομάδες κτηνοτρόφοι της Πίνδου και άλλων περιοχών της πατρίδας μας αξιοποιούν το χόρτο των ελληνικών βουνών για έξι μήνες από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο μειώνοντας το κόστος των ζωοτροφών, χρησιμοποιούν τις ημιορεινές και μειονεκτικές περιοχές των χειμερινών λιβαδιών για τη βόσκηση των κοπαδιών τους, αφού σ’ αυτές δεν είναι εφικτή καμιά άλλη δραστηριότητα, παράγουν βιολογικά προϊόντα γιατί δεν καταφεύγουν σε ζωοτροφές ύποπτης προέλευσης και σε άλλα παρόμοια σκευάσματα. Επιπλέον οι νομάδες βοσκοί συμβάλλουν στην ανανέωση του ελληνικού πληθυσμού και στη διαφύλαξη του κοινωνικού ιστού της πατρίδας μας γιατί εργάζονται στην πρωτογενή παραγωγή, είναι πολύτεκνοι στο σύνολό τους, διαμένουν στην ύπαιθρο χώρα και ως απόμαχοι ήταν και είναι οι ελάχιστα αμειβόμενοι, αποτελούν δε τους συνεχιστές της προαιώνιας παράδοσης του Νομαδισμού, του οποίου οι απαρχές εντοπίζονται στα κοπάδια των Πελασγών, των αρχαίων Αθαμάνων, του Ομήρου και του Θεοκρίτου. Τα Νομαδικά αιγοπρόβατα επίσης προστατεύουν το φυσικό περιβάλλον από τις πυρκαγιές γιατί με τη βόσκηση δεν αφήνουν στο έδαφος ξηρά χόρτα, που αποτελούν εύφλεκτη ύλη για τους κεραυνούς και τους ασυνείδητους εμπρηστές. Τα Νομαδικά κοπάδια τέλος βοηθούν στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας καθώς δεν επιτρέπουν την επικράτηση ενός είδους χόρτου ή θάμνου, συνήθως του πιο ανθεκτικού, το οποίο θα αφάνιζε την ποικιλομορφία στη φύση. Έχει παρατηρηθεί πως οι αβόσκητες περιοχές των βουνών έχουν γεμίσει από αγκάθια. Εξυπακούεται ότι τα κοπάδια κρατούν ανοιχτά τα περάσματα της ελληνικής υπαίθρου με τα μονοπάτια που χαράσσουν στις βοσκές και στις περιπλανήσεις τους.
Το έργο του Ν. Τομαρά δεν συνιστά απλώς ένα αφιέρωμα, αλλά αναγνώριση, οφειλόμενη τιμή στους βασανισμένους, ποικιλοτρόπως δοκιμασμένους και βέβαια λησμονημένους νομάδες βοσκούς και στους ανθρώπους της υπαίθρου γενικότερα που τόσο μοχθούν προσφέροντας τα πλείστα, χωρίς να έχουν την ανάλογη με το παραγωγικό τους έργο ηθική και υλική αναγνώριση και ανταμοιβή, μα κυρίως χωρίς καμιά επιστημονική καθοδήγηση και τεχνική υποστήριξη από την αγνώμονα ελληνική πολιτεία.
Ο Νίκος Τομαράς παλεύει με τις δυνάμεις που διαθέτει να διαφυλάξει χλωρές τις ρίζες της ελληνικής αγροτοποιμενικής παράδοσης αντιστεκόμενος στην επιχειρούμενη παγκοσμιοποίηση η οποία αφανίζει κοινωνικές ομάδες, τοπικές ιδιαιτερότητες και πολιτισμούς υπηρετώντας τα σχέδια των παντοδύναμων οικονομικών και πολιτικών κυκλωμάτων, που επιδιώκουν να σβήσουν την ιστορική μνήμη των λαών και να μεταμορφώσουν τους ανθρώπους σε παθητικά καταναλωτικά όντα χωρίς ταυτότητα, να πλάσουν έναν πολτό από ανθρώπινη μάζα, ώστε να τον διαχειρίζονται εύκολα και βολικά. Φθάνοντας στο τέλος της περιήγησής μας στα βουνά και στα κοπάδια της Πίνδου, εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια στον δημιουργό Νίκο Τομαρά και στους εμπνευσμένους συνεργάτες του για το πολύτιμο έργο τους. Ευχόμαστε καλό ταξίδι στα « Οδοιπορικά » του και στον ίδιο υγεία και δύναμη για καινούριες περιπλανήσεις, αφού μένουν απάτητες και ανεξερεύνητες και άλλες ποιμενικές περιοχές. Πιστεύουμε πως δεν πρέπει να λείψουν τα Οδοιπορικά από κανένα σπίτι Ηπειρώτη, από κανένα σπίτι ανθρώπου που έζησε ο ίδιος ή οι πρόγονοί του την ποιμενική ζωή, τέλος από κανένα σπίτι ανθρώπου ο οποίος τιμά την ελληνική παράδοση και τους ανθρώπους του μόχθου. Αυτό θα αποτελέσει ηθική δικαίωση του Ν. Τομαρά, αναγνώριση της προσφοράς του και θα τον οπλίσει με δύναμη για νέες δημιουργίες.
Τηλέφωνα Ν. Τομαρά:2651042589 - 6945838661


















