A+ R A-
25 Νοεμβρίου 2017

Του

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΥΛΙΟΥ*

 

Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι μόνο η παράταξη των μεγάλων ιστορικών επιλογών του παρελθόντος. Είναι το μεγάλο ευρωπαϊκό κεντροδεξιό κόμμα που συνθέτει δυνάμεις από το φιλελεύθερο κέντρο μέχρι την πατριωτική δεξιά και πορεύεται διαχρονικά με αυστηρή την αίσθηση του καθήκοντος και της ιστορικής ευθύνης. Σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, αποτέλεσε το ανάχωμα στον λαϊκισμό, αντιστάθηκε με αξιοπρέπεια στις σειρήνες της απάτης. Προτίμησε τις δυσάρεστες αλήθειες από τα ευχάριστα ψέματα. Σήμερα η πολιτική της δικαιώνεται.
Ξεκινήσαμε πέρυσι ένα μεγάλο και δύσκολο δρόμο με την Συμφωνία Αλήθειας. Μιλήσαμε με ειλικρίνεια και αυτοκριτική για τα λάθη του παρελθόντος, αλλά και για την ανάγκη να συμφωνήσουμε σε δεδομένα και αλήθειες. Η πατρίδα μας έχει αξιόλογο εργατικό δυναμικό, δυναμικούς επιχειρηματίες, νέα γενιά υψηλής μόρφωσης και εξειδίκευσης. Αυτό που απαιτείται σήμερα είναι να αφήσουμε οριστικά στο παρελθόν τις αριστερές ιδεοληψίες και να δούμε καθαρά τις προκλήσεις του μέλλοντος.
Από την κρίση θα βγούμε με τις δικές μας δυνάμεις. Θα τα καταφέρουμε μόνο αν θέσουμε ως προτεραιότητα την αύξηση του παραγόμενου πλούτου. Και αυτό θα το πετύχουμε μέσω της αύξησης του βαθμού της ελευθερίας των πολιτών, της ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων, της μετατροπής του κράτους από τροχοπέδη σε καταλύτη ανάπτυξης. Με μεταρρυθμίσεις δομών και υπηρεσιών, με ενίσχυση της ασφάλειας ως προϋπόθεση ευημερίας, και της αλληλεγγύης ως προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής. Η υιοθέτηση και η εφαρμογή ενός δικού μας μεταρρυθμιστικού προγράμματος, που θα ξεπερνά κατά πολύ τις μνημονιακές μας υποχρεώσεις επιβάλλεται από την πραγματικότητα. Αυτό το πρόγραμμα επεξεργαζόμαστε τον τελευταίο χρόνο και θα παρουσιάσουμε στο Συνέδριο του Δεκεμβρίου.
Το Συνέδριο Αρχών και Θέσεων, είναι ο προορισμός μιας μακράς πορείας, με σταθμούς τα επτά θεματικά προσυνέδριά μας. Είναι αποτέλεσμα ζυμώσεων με όλους τους ανθρώπους της παραγωγικής Ελλάδας, ανθρώπων περήφανων που θέλουν να δουν τον τόπο μας να στέκεται στα πόδια του ως ισότιμος εταίρος των Ευρωπαίων και όχι ως επαίτης και φτωχός συγγενής.
Σε όλη αυτή την πορεία ανοίξαμε τις πόρτες της Νέας Δημοκρατίας στην κοινωνία: καλέσαμε ανθρώπους εκτός κομματικού μηχανισμού, ακούσαμε τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας, τα θύματα της κρίσης, μιλήσαμε με την γενιά του braindrain, συζητήσαμε με ανθρώπους της αγοράς, των επιχειρήσεων, των Πανεπιστημίων. Εκμεταλλευόμενοι τα socialmedia και τις δυνατότητες του διαδικτύου, ήρθαμε σε επαφή με χιλιάδες συμπολίτες μας που μπόλιασαν με τις απόψεις τους τον προγραμματικό μας λόγο. Τον επόμενο μήνα θα εξειδικεύσουμε τις θέσεις μας και θα παρουσιάσουμε τον οδικό χάρτη εξόδου από την Ελλάδα των επιδομάτων φτώχειας.
Τρία χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι τρία χρόνια χαμένα για την πατρίδα μας. Ολες οι θυσίες των πολιτών πριν το 2015, χάθηκαν μέσα στις αυταπάτες και τους ερασιτεχνισμούς μαθητευόμενων μάγων. Το κόστος που πληρώνουμε είναι βαρύ: δύο αχρείαστα μνημόνια, νέα μέτρα λιτότητας, υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης, στασιμότητα και διαρκής φτωχοποίηση, κυνισμός και ψέμα. Αξίζουμε περισσότερα, μπορούμε καλύτερα.

 

*Δημοσιεύτηκε στις 19/11/2017 στην ιστοσελίδα των Παραπολιτικών

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 20:59

ΓΕΦΥΡΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ

Του

ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΡΚΑ*

 

 

Το θετικό πλαίσιο που διαμορφώνεται για την ελληνική οικονομία μπορεί να μας οδηγήσει με ασφάλεια στο τέλος της δυσκολότερης περιόδου για τον ελληνικό λαό. Η χώρα έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με την ανεργία σταδιακά να μειώνεται. Το κλίμα στην οικονομία αλλά και στην κοινωνία αρχίζει να αλλάζει.
Στο πλαίσιο αυτό ολοκληρώθηκε το 5ο Περιφερειακό Συνέδριο για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση στην Ήπειρο. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη πολιτική διαδικασία που είχε μεγάλη ανταπόκριση, καθώς συνδέει τις τοπικές κοινωνίες, τους παραγωγικούς και κλαδικούς φορείς και την τοπική αυτοδιοίκηση, απευθείας με την κεντρική Κυβέρνηση.
Την ώρα που διαφαίνεται η έξοδος από την περιπέτεια των μνημονίων, καλούμαστε να σχεδιάσουμε όλοι μαζί την επόμενη μέρα, πετυχαίνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, προκειμένου να μην επαναληφθούν τα λάθη που μας οδήγησαν σε αυτή την κρίση από το 2009. Οι τοπικές κοινωνίες από απλοί θεατές, συμμετέχουν στη διαμόρφωση της στρατηγικής μας για τη νέα εποχή.
Η Περιφέρεια Ηπείρου αποτελεί μία από τις πιο αδικημένες και λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο σύνολο της ευρωζώνης. Ο δικός μας αναπτυξιακός σχεδιασμός στοχεύει να ωθήσει την οικονομία σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο που θα αξιοποιεί τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας και θα αντιμετωπίζει τις δομικές παθογένειες που μας έφεραν μέχρι εδώ.
Για την περιφέρεια της Ηπείρου οι δυνατότητες εντοπίζονται:
- Στην επένδυση στην έρευνα, την καινοτομία και την αξιοποίηση του υψηλά μορφωμένου και καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει η Περιφέρεια. Την αξιοποίηση του μεγάλου ερευνητικού έργου που παράγεται στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το ΤΕΙ Ηπείρου.
- Στη στήριξη της αγροτικής παραγωγής και του αγροδιατροφικού συμπλέγματος της Περιφέρειας.
- Στην ενίσχυση του τουρισμού μέσα και από την αξιοποίηση της πολύ σημαντικής πολιτιστικής κληρονομιάς και των φυσικών ομορφιών της Περιφέρειας.
Ο πυλώνας της οικονομίας της περιοχής της Ηπείρου είναι σε μεγάλο βαθμό ο αγροτοδιατροφικός τομέας, ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας παραγωγής. Η παραδοχή αυτή αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της περιοχής.
Ο ταχύτερος εξορθολογισμός για την αποκατάσταση των αδικιών στην κατανομή των αγροτικών ενισχύσεων, η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού, η ενίσχυση ενός νέου μοντέλου συνεργατικών επαγγελματικών σχημάτων, είναι στοιχεία που θα δώσουν ώθηση στην περαιτέρω ανάπτυξη και νέα πνοή στην αγροτική οικονομία.
Ο εκσυγχρονισμός και η επέκταση των αγροτικών υποδομών, όπως οι αγροτικές οδοποιίες, τα αρδευτικά δίκτυα και τα εγγειοβελτιωτικά έργα, εντάσσονται στα στρατηγικά έργα που συντελούν στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης.
Τα εξαιρετικά ποιοτικά προϊόντα που παράγονται στην περιοχή της Ηπείρου, σε συνδυασμό με το κτηνοτροφικό κεφάλαιο, μπορούν να αποτελέσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον αγροτοδιατροφικό τομέα και να παίξουν ρόλο στην παγκόσμια αγορά.
Στον τομέα της Παιδείας πραγματοποιείται ο σχεδιασμός του νέου χάρτη δομής και λειτουργίας των ΑΕΙ, με ακαδημαϊκά κριτήρια, προς όφελος των ίδιων των ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ίδρυση της Γεωπονικής Σχολής στην Άρτα, η οποία θα συμπεριλαμβάνεται στις Σχολές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όπως ανακοινώθηκε επίσημα από τον Πρωθυπουργό, ανοίγει τον δρόμο στη δυνατότητα περαιτέρω σύνδεσης της έρευνας με την αγροτική παραγωγή του τόπου.
Η Ήπειρος βγαίνει από την απομόνωση και ο παραγωγικός σχεδιασμός απαιτεί νέες μορφές ενέργειας, καθώς ανοίγει ο δρόμος για ανάπτυξη δικτύων διανομής αερίου.  O σχεδιασμός για την ανάπτυξη δικτύων διανομής σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, στις οποίες βρίσκονται και οι τέσσερις πρωτεύουσες των νομών της Ηπείρου, εντός της τριετίας 2020-2023, θα αποτελέσει σημαντικότατο βήμα εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης των τεσσάρων πόλεων, τόσο σε επίπεδο οικιακής κατανάλωσης, αλλά και σε επίπεδο χρήσης δημόσιων εγκαταστάσεων και επιχειρήσεων.  
Ταυτόχρονα το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προχωρά στη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου διαχείρισης που λαμβάνει υπόψη την προστασία του ιδιαίτερου περιβάλλοντος του υδροβιότοπου του Αμβρακικού. Με βάση την Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη και το Σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, προωθείται η σύνταξη Σχεδίου Διαχείρισης, ικανοποιώντας το πάγιο αίτημα των τοπικών κοινωνιών, για την δημιουργία ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου, το οποίο θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και θα συνδυάζει επενδυτικές δραστηριότητες συμβατές με την προστασία και την ανάδειξη του περιβάλλοντος.
Τα χρήσιμα συμπεράσματα που προέκυψαν στο Αναπτυξιακό Συνέδριο θα αποτελέσουν μέρος ενός εθνικού σχεδίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Η μετάβαση στη μεταμνημονιακή εποχή και η έξοδος από την κρίση πρέπει να συνδυαστεί με ένα συνεκτικό σχέδιο με γερά θεμέλια και με την κοινωνία συμμέτοχη.
Η ανάπτυξη που οραματιζόμαστε είναι δίκαιη. Δεν απευθύνεται στους λίγους σε βάρος των πολλών, αλλά αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Μόνο με όρους δίκαιης ανάπτυξης θα μπορέσουμε να χτίσουμε τη νέα Ελλάδα και να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια χώρα με αξιοκρατία, διαφάνεια και δικαιοσύνη.


*Ο Βασίλης Τσίρκας είναι Βουλευτής Άρτας του ΣΥΡΙΖΑ.

Του

ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΩΣΤΑ

 

Το 2017, η Ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων παρουσιάζει και πάλι σημάδια σταθεροποίησης αλλά και οριακή ανάπτυξη σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η πτωτική τάση που επικρατούσε στην αγορά φαίνεται να περιορίζεται στην τελευταία έρευνα για την Ευρωπαϊκή αγορά επαγγελματικών ακινήτων της NAI Global, του μεγαλύτερου δικτύου εταιριών συμβούλων ακινήτων παγκοσμίως.
Σύμφωνα, με τις τελευταίες αναλύσεις  αν και οι επενδύσεις το 2017 αναμένεται να ξεπεράσουν τα 350εκ. ευρώ, αρκετά μειωμένες συγκριτικά με το 2016 που ήταν 440εκ. ευρώ και πολύ μακριά από το 1,1δις. ευρώ που καταγράφηκε το 2014, παρατηρείται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά ακινήτων.
Το επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει επικεντρωμένο στα ακίνητα του ξενοδοχειακού κλάδου ενώ οι επενδυτές διατηρούν στάση αναμονής αναφορικά με τα χαρτοφυλάκια των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών (NPL).
 Οι αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές για επαγγελματικά ακίνητα στην ελληνική αγορά είναι υψηλότερες του Ευρωπαϊκού μέσου όρου κάτι που αντικατοπτρίζει τον υψηλότερο κίνδυνο για τη χώρα μας.
Σε αυτό έχουν συμβάλει η συνεχιζόμενη πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, οι συνεχείς αλλαγές του φορολογικού καθεστώς αλλά και οι ιδιαιτερότητες που σχετίζονται με τη πολεοδομική πολυπλοκότητα.
 Παρόλα αυτά οι ζητούμενες αποδόσεις παρουσιάζουν μείωση συγκριτικά με το 2016 κάτι που οφείλεται στη σταδιακή μείωση της αβεβαιότητας, μετά και την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος της χώρας με τους θεσμούς αλλά και την αυξανόμενη ζήτηση για επενδύσεις.
Οι ζητούμενες αποδόσεις για γραφειακούς χώρους στην Αθήνα ανέρχονται στο 8%, μειωμένες κατά 0.25% συγκριτικά με το 2016, ενώ ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 5,42%.
Οι χαμηλότερες αποδόσεις για την αντίστοιχη κατηγορία γραφείων στην Ευρώπη συναντώνται στη Ζυρίχη όπου ανέρχονται στο 2,80%, στη Γενεύη στο 3,10%, στο Βερολίνο στο 3,20%, στη Στοκχόλμη στο 3,60%, ενώ οι υψηλότερες αποδόσεις καταγράφονται  στο Κίεβο που φθάνουν το 14%. Οι αποδόσεις γραφειακών χώρων στην Ελλάδα προ κρίσης ήταν της τάξεως του 6,5%.
Στην αγορά καταστημάτων, οι αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές για πρώτης κατηγορίας ακίνητα σε εμπορικούς δρόμους φθάνουν στο 7% στην Αθήνα και στο 6,50% στη Θεσσαλονίκη, με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο να βρίσκεται στο 5,18%.
 Οι χαμηλότερες αποδόσεις καταγράφονται στο Μιλάνο και στη Ρώμη (2,75%) ενώ οι υψηλότερες στο Κίεβο (14%).
Οι αποδόσεις για καταστήματα και άλλους χώρους λιανικής σε εμπορικούς δρόμους της χώρας πριν την κρίση ήταν της τάξεως του 5%.
Για την αγορά των logistics στην Αττική, οι ζητούμενες αποδόσεις βρίσκονται στο 10,50%, 1% μειωμένες συγκριτικά με το 2016.
 Για τη Θεσσαλονίκη, οι ζητούμενες αποδόσεις βρίσκονται στο 11,75%.
Ο μέσος όρος μεταξύ Ευρωπαϊκών χωρών σε αυτή την κατηγορία ακινήτων βρίσκεται στο 7,25%, με τις χαμηλότερες αποδόσεις να καταγράφονται στη Λεμεσό (3,60%) και τις υψηλότερες στο Κίεβο (15%).
Οι αποδόσεις για ακίνητα logistics στην Ελλάδα πριν το 2008 ήταν της τάξεως του 9%.
Δεδομένης της αναμενόμενης σταθεροποίησης και ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, γενική εκτίμηση είναι  πως οι ζητούμενες αποδόσεις για επαγγελματικά ακίνητα στη χώρα θα φθάσουν τα επίπεδα προ κρίσης.
Ο ξενοδοχειακός κλάδος παρουσιάζει σαφέστατα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ενώ αβέβαιη παραμένει ακόμα η επίδραση που θα έχουν στην αγορά οι ρευστοποιήσεις των χαρτοφυλακίων των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών (NPL). Είναι σημαντικό να ολοκληρωθούν πράξεις που θα βοηθήσουν στην ενίσχυση των αξιών στα τρέχοντα επίπεδα και θα επιτρέψουν την είσοδο στην αγορά σε νέους επενδυτές και νέο χρήμα.

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017 20:04

Το Πολυτεχνείο σήμερα

Του

ΓΙΑΝΝΑΚΗ Λ. ΟΜΗΡΟΥ*

 

Συνήθως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Μεγάλα ιστορικά γεγονότα να μυθοποιούνται, να ενδύονται με υπερβολές και να καταγράφονται με επικούς χαρακτηρισμούς. Να συνοδεύεται ακόμα η αναφορά σε αυτά τα γεγονότα με ανάκρουση ύμνων και έκφραση δοξαστικών.
Ωστόσο το Πολυτεχνείο δεν έχει ανάγκη ύμνων και δοξαστικών. Στο Πολυτεχνείο δεν ταιριάζουν  περισπούδαστοι αναλυτές και εκφώνηση επετειακών.
Όμως το Πολυτεχνείο εκτός από το ότι δεν έχει ανάγκη μιας τέτοιας μεταχείρισης θα πρέπει να τοποθετείται στις πραγματικές του διαστάσεις, μακριά από μουσειακής φύσης αναφορές, για να αξιοποιείται η χρησιμότητα του για το σήμερα.
Πολύ περισσότερο γιατί η επέτειος της ηρωικής εξέγερσης του Πολυτεχνείου έχει πάρει τα τελευταία χρόνια ένα χαρακτήρα εθιμικό. Άρα αποπροσανατολιστικό, ανώδυνο και μη διδακτικό. Παρά το ότι μεσολάβησαν μόνο 44 χρόνια από το Νοέμβριο του 1973 και παρά το ότι είναι ακόμα ανοικτές και χαίνουσες οι πληγές από το έγκλημα της Χούντας εις βάρος της Κύπρου, με το προδοτικό πραξικόπημα και την επακολουθήσασα τουρκική εισβολή.
Το τίμημα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, προάγγελος της οποίας υπήρξε το Πολυτεχνείο και οριστικός δημιουργός η τραγωδία της Κύπρου, υπήρξε βαρύ. Τόσο βαρύ ώστε θα ήταν ασυγχώρητο, η επέτειος του Πολυτεχνείου, ως αφετηρία του ξηλώματος της Χούντας, να υποβαθμίζεται με διαγγέλματα, πανηγυρικούς και επετειακά μηνύματα. Και μάλιστα με αποφυγή συνειρμών με τις σημερινές εθνικές και πολιτικές προτεραιότητες και με αποφυγή αναφοράς στα κρίσιμα σημερινά προβλήματα του Ελληνισμού. Ιδιαίτερα εκείνα τα προβλήματα που έχουν σχέση με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της αξιοπιστίας των θεσμικών του φορέων.
Η πολιτική κρίση που διερχόμαστε στη λειτουργία των θεσμών πολιτικής αντιπροσώπευσης, έχει άμεση σχέση με τα διαχρονικά μηνύματα του Πολυτεχνείου.
Η προϊούσα μείωση της συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική διαδικασία αποτυπώνει μια ευρύτερη απόρριψη των συλλογικών πρωτοβουλιών και της λογικής και πρακτικής των λαϊκών συσπειρώσεων και κινημάτων. Αυτό συνοδεύεται από την κατακόρυφη μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα πολιτικά πρόσωπα εξαιτίας των φαινομένων διαπλοκής, διαφθοράς, διασπάθισης του δημοσίου χρήματος, παραβίασης των κανόνων της χρηστής διοίκησης και αναγωγής της συναλλαγής και των πελατειακών σχέσεων, ως του μεγάλου πεδίου ανάδειξης των δημοσίων προσώπων. Συναφές τούτου είναι ότι οι πολιτικοί δεν πείθουν ότι μπορούν να οδηγήσουν σε έξοδο από τα σημερινά αδιέξοδα και η «κοινή αίσθηση» ότι η εναλλαγή κομμάτων και προσώπων στις διάφορες μορφές εξουσίας δεν επιτυγχάνει την επί το θετικότερο εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι ως εκ τούτου απόλυτη ανάγκη μιας επαναδιατύπωσης των όρων άσκησης της πολιτικής, με ένα ανανεωμένο περιεχόμενο, που θα πείσει ξανά τους πολίτες ότι η πολιτική δεν έχει χρεωκοπήσει, ότι δεν είναι συνώνυμη της ηθικής κρίσης, της διαπλοκής και της διαφθοράς, ότι δεν είναι μέρος και εργαλείο των υπόγειων – αδιαφανών συμφερόντων και ότι μπορεί να εκφράσει ξανά προσδοκίες, οράματα και ελπίδες.
Στη σημερινή εποχή είναι ανάγκη να ακούσουν οι πολιτικοί και τα κόμματα τους πολίτες, να συλλάβουν τα μηνύματα, ιδιαίτερα της νέας γενιάς και να μετατρέψουν την πολιτική από κραυγές, συνθήματα και ανούσιες επαναλήψεις, σε προτάσεις που να είναι ικανές να δώσουν λύσεις στα πολυσύνθετα προβλήματα των καιρών μας. Κατ’ αντιπαράθεση προς το λαϊκισμό, τη δημαγωγία, την ακατάσχετη λογολαγνία και εικονολαγνία που καλλιεργούν τα ΜΜΕ και τη συναλλαγή που φθείρει ανεπανόρθωτα τους θεσμούς.
Ιδιαίτερα στον αστερισμό της άρρωστης παγκοσμιοποίησης και της χρηματοπιστωτικής κρίσης του «καπιταλισμού καζίνο» που σαρώνει την ανθρωπότητα, οι αντιστάσεις στην ανεξέλεγκτη λειτουργία των νόμων της αγοράς και της απουσίας ρυθμιστικών μηχανισμών και εποπτείας των αγορών είναι το μεγάλο ζητούμενο.
Για να επανακαθοριστούν οι όροι λειτουργίας των οικονομιών με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Για να ανακοπεί ο παγερός αέρας του νεοφιλελευθερισμού.
Και φέτος όπως και κάθε χρόνο. Αναπόφευκτη η συγκίνηση, οι μνήμες, οι πορείες, η σημαδεμένη γενιά των τότε εφήβων και νέων. Το μνημόσυνο του Γεώργιου Παπανδρέου, το ξέσπασμα, η κατάληψη, ο ελεύθερος ραδιοσταθμός, η αστυνομία, τα δακρυγόνα, ο στρατός, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, οι σφαίρες, η επαναστατημένη Αθήνα, τα άρματα, η πύλη…. Και σαν πρώτα αντρειωμένη!
Το πιο μεγάλο χρέος. Να μη δεχτούμε και να μην ανεχτούμε να μετατρέψουν το Πολυτεχνείο από οχυρό ελευθερίας σε οχυρό των κάθε λογής πλαστογράφων της ιστορίας και να σταθούμε υπερασπιστές του  και σήμερα με κάθε κόπο και κάθε θυσία.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τη ριζοσπαστική και ανατρεπτική πράξη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η ανάγκη ενός σημερινού «νέου Πολυτεχνείου» για να βρει ξανά η πολιτική την αυθεντικότητα, την αξιοπιστία και τη χρησιμότητα της, είναι κάτι περισσότερο από μία κοινωνική και πολιτική επιταγή. Είναι όρος για την επιβίωση της, ως διαδικασίας απολύτως απαραίτητης για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Το Πολυτεχνείο ζει. Πρέπει  όμως και να δικαιωθεί.

 


*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων της Κυπριακής  Δημοκρατίας

Τετάρτη, 01 Νοεμβρίου 2017 21:48

Εξακτίνωση των Πανεπιστημίων…

Του

ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΣΣΑΛΑ*

 

Για εθνικούς λόγους τα Πανεπιστήμια της Θράκης και του Αιγαίου ακολούθησαν στην ανάπτυξή τους τη φιλοσοφία της εξακτίνωσης ( σχολές σε διάφορες πόλεις). Στη συνέχεια , για κομματικούς λόγους, επεκτάθηκε η φιλοσοφία αυτή σε πολλά πανεπιστήμια της χώρας. Το παράδειγμα των πανεπιστημίων ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό και τα ΤΕΙ. Το αποτέλεσμα ήταν ολέθριο: ανυπαρξία ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, απουσία υποδομών και λειτουργία τους με υποτυπώδες, τουλάχιστον σε αριθμό, ανθρώπινο δυναμικό.
Τα τελευταία 20-χρόνια τα ΤΕΙ άλλαξαν προσανατολισμό. Με συνεχείς νομικές αναβαθμίσεις έχασαν το χαρακτήρα τους. Η αποστολή τους να εκπαιδεύουν ανθρώπινο δυναμικό που να αφομοιώνει τις εφαρμογές των τεχνολογικών εξελίξεων ξεστράτισε. Τα ΤΕΙ με ελλειμματικές υποδομές και ανυπαρξία ερευνητικού περιβάλλοντος αναζήτησαν τον πανεπιστημιακό χαρακτήρα. Έτσι, η χώρα μας αντί να τονώσει το κύρος της τεχνικής εκπαίδευσης, διπλασίασε τα ιδρύματα πανεπιστημιακού χαρακτήρα.
Η χώρα μας περνάει μια μεγάλη κρίση που γίνεται λίαν αισθητή και στην εκπαίδευση, τόσο σε υποδομές, όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό. Η προσπάθεια συνένωσης των ελλειμματικών ΤΕΙ με τα Πανεπιστήμια δεν ενισχύει το επίπεδό τους, αλλά υιοθετεί την περαιτέρω υποβάθμιση. Η λύση θα ήταν η αναβάθμιση και των δύο ειδών Ιδρυμάτων με στόχο μια εκπαιδευμένη πατρίδα ικανή να αντιμετωπίσει τις αναπτυξιακές προκλήσεις του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος.
Στο σημείο αυτό θέλω να επισημάνω ότι και στα ΤΕΙ υπάρχει αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, αλλά ο προσανατολισμός του είναι διαφορετικός από εκείνων των πανεπιστημίων.
Το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων προσπάθησε να κρατήσει την ενότητά του σε δύσκολους καιρούς και από όλες τις διοικήσεις του. Μάλιστα, όταν στήριξε τη δημιουργία ακαδημαϊκού χώρου στο Αγρίνιο στο προεδρικό διάταγμα ίδρυσής του αναφερόταν ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα αποσπαστεί από το σώμα του (όπως και έγινε).
Από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης γίνεται φανερό ότι η συνένωση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του ΤΕΙ Ηπείρου είναι προ των πυλών. Το ερώτημα που εγείρεται είναι: Πιο το όφελος; Όπως είναι προφανές η ποιότητα θα αραιώσει και ο χαρακτήρας του ΤΕΙ θα αλλοιωθεί. Μήπως το πολιτικό όφελος προέχει της αποστολής των Ιδρυμάτων;
Η ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχει το λόγο. Μπορεί να πείσει για την ορθότητα του εγχειρήματος; Περιμένουμε με αγωνία την έκφρασή της.

 

*Καθηγητής  - π. Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Toυ

ΓΙΑΝΝΑΚΗ Λ. ΟΜΗΡΟΥ*

 

«Άκρα του τάφου σιωπή» επικρατεί τα τελευταία χρόνια για τη συμμετοχή της Κύπρου στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η πολυσυζητηθείσα δυνατότητα υποβολής αίτησης για συμμετοχή στο «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» προκειμένου η Κύπρος να έχει πλήρη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά προγράμματα άμυνας, έμεινε στα αζήτητα. Ούτε οι προεκλογικές δεσμεύσεις, ούτε τα ψηφίσματα της Βουλής των Αντιπροσωπων έχουν τηρηθεί.  Αυτή η θέση  δεν σημαίνει  σε καμιά περίπτωση  εξομοίωση με τις θέσεις των Συντηρητικών στην Ευρώπη για μια κηδεμονευόμενη από τις ΗΠΑ Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.
Αντίθετα, στόχος πρέπει να είναι η σταδιακή πλήρης απεξάρτηση από την κηδεμονία των ΗΠΑ. Για μια ανεξάρτητη κοινή εξωτερική πολιτική, πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας.
Μια ιστορική αναδρομή καταδεικνύει την ανάγκη άμεσης υποβολής αίτησης για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη.
Η ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας) και η εκπηγάσασα εξ αυτής αργότερα ΕΠΑΑ (Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας) θεσπίστηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993 και βασικά εκφράζει τη βούληση της Ε.Ε. να επιβεβαιώσει την ταυτότητα της στη διεθνή σκηνή. Σύμφωνα με την ίδια συνθήκη, η ΚΕΠΠΑ περιλαμβάνει την προοδευτική διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε κοινή άμυνα, εφ’ ΄σον το αποφασίσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΚΕΠΠΑ αποτελεί τον 3ο πυλώνα της Ε.Ε. (1ος πυλώνας ιθαγένεια – ΟΝΕ και 2ος πυλώνας εσωτερικό δίκαιο και εναρμόνιση).
Στη συνέχεια, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 1999 στην Κολωνία, προχώρησε σε αποφάσεις για απόκτηση δυνατότητας ύπαρξης ενόπλων δυνάμεων για σκοπούς διαχείρισης και πρόληψης κρίσεων. Το Δεκέμβριο του 1999  στο Ελσίνκι, το ευρωπαϊκό Συμβούλιο προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, προσδιορίζοντας ένα αριθμητικό πλαίσιο δημιουργίας ευρωπαϊκού στρατού μέχρι το 2003. Στο συμβούλιο της πορτογαλλικής πόλης Φέιρα, τον Ιούνιο του 2000, συναποφασίστηκαν τα  στρατιωτικά και πολιτικά όργανα που θα κατευθύνουν πολιτικά και θα έχουν το στρατηγικό έλεγχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Ένωσης.
Η Ελληνική προεδρία το 2003 είχε το προνόμιο να «πιστωθεί» με το επίτευγμα της ουσιαστικής «γέννησης» της Ευρωπαϊκής Στρατιωτικής Δύναμης (60000 άνδρες και γυναίκες). Στο Συμβούλιο των 25 Υπουργών άμυνας στις 19 Μαΐου  του 2003 στις Βρυξέλλες, επί Ελληνικής Προεδρίας, αναγνωρίστηκε και πιστοποιήθηκε η επιχειρησιακή ικανότητα της Ένωσης να διεξάγει επιχειρήσεις στο πλήρες φάσμα των αποστολών που της έχουν ανατεθεί, δηλαδή ανθρωπιστικές και ειρηνευτικές αποστολές τύπου «Πέτεσμπεργκ». Τέτοιες αποστολές ανελήφθησαν και διεκπεραιώθηκαν με επιτυχία στη Βοσνία (αστυνομική αποστολή) στη FYROM και στο Κογκό με αυτόνομη στρατιωτική επιχείρηση, υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Στην τελευταία μάλιστα αποστολή είχε και η Κύπρος ενεργό συμμετοχή, με την παρουσία αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς. Συμμετοχή είχε η Κύπρος στην αποστολή στο Νταρφούρ του Σουδάν.
Η Κύπρος και η Μάλτα, με βάση τα τελικά συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κοπεγχάγης το Δεκέμβριο του 2002, αποφασίστηκε ότι θ α συμμετέχουν στον πυλώνα της ΚΕΠΠΑ μόνο όπου οι επιχειρήσεις δεν θα χρησιμοποιούν υποδομές του ΝΑΤΟ. Κι αυτό γιατί τόσο η Κύπρος όσο και η Μάλτα δεν μετέχουν ούτε στο ΝΑΤΟ, ούτε στο «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη». (ΡΕΡ). Η Μάλτα υπέβαλε σχετική αίτηση.
Μόνη και επιβαλλόμενη διέξοδος συνεπώς είναι η υποβολή άμεσα αίτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για να καταστεί χώρα – μέλος του Συνεταιρισμού για την ειρήνη (PFP) Επειδή στην Κύπρο πικρές και οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος, σε ότι αφορά το ΝΑΤΟ, είναι δυνατό να δημιουργούν αρνητικούς συνειρμούς, είναι αναγκαίο να διευκρινιστούν τα εξής:
Ο «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη» είναι μεταδιπολιτικός Οργανισμός , που δημιουργήθηκε τον Ιανουάριο του 1994, με στόχο την ενίσχυση της σταθερότητας και της ασφάλειας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε αυτόν τον Οργανισμό μετέχουν χώρες που δεν είναι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ. Τέτοιες χώρες μεταξύ άλλων  η Ρωσία, η Αρμενία, αλλά και οι ουδέτερες χώρες της Ευρώπης, δηλαδή η Αυστρία, η Φιλανδία, η Σουηδία και η Ελβετία. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι είναι προς το συμφέρον της Κύπρου η χωρίς άλλη καθυστέρηση υποβολή αίτησης για προσχώρηση σε αυτό τον Οργανισμό, που θα μας επιτρέψει να συμμετέχουμε απρόσκοπτα στο Ευρωπαϊκό Συλλογικό Σύστημα Ασφάλειας. Ιδιαίτερα μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας που ισχυροποιεί την ΕΠΑΑ.
Το έχουμε τονίσει επανειλημμένα. Είναι αναγκαίο να γίνει επιτέλους κατανοητό στην Κύπρο ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Και ότι δεν μπορούμε να μένουνε μαρμαρωμένοι στο παρελθόν. Το μεταψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον προσφέρει σημαντικές δυνατότητες ενίσχυσης της ασφάλειας της Κύπρου, παρά τη συνεχιζόμενη κατοχή. Δυνατότητες που συνδέονται με την κεντρική γεωπολιτική θέση της χώρας μας, αλλά και τη μετατόπιση του βασικού προσανατολισμού της διεθνούς ασφάλειας από τις σχέσεις ανατολής – Δύσης στις σχέσεις Βορρά – Νότου.
Το επίκεντρο της διεθνούς ασφάλειας μεταφέρθηκε από την Κεντρική Ευρώπη και την ξεπερασμένη σύγκρουση Ανατολής – Δύσης στην περίμετρο της ευρωπαϊκής Ηπείρου και ειδικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ως εκ τούτου, η Κύπρος μπορεί να αναδειχθεί κρίσιμος και κεντρικός παράγοντας για διαμόρφωση περιφερειακών συνθηκών ασφάλειας. Κάτι που και το σχέδιο Ανάν προσπάθησε να αποκλείσει, προφανώς κατ’ απαίτηση της Τουρκίας, με πρόνοια ότι για συμμετοχή της Κύπρου σε επιχειρήσεις της ΕΠΑΑ θα έπρεπε να προηγηθεί συγκατάθεση της Τουρκίας!
Τέλος, οι δραστικές αλλαγές στα γεωπολιτικά – γεωστρατηγικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής με την ανακάλυψη τεράστιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ του Ισραήλ και της Αιγύπτου αλλά και της ύπαρξης  κοιτασμάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου, επιβάλλουν πλέον αμετάκλητα την ανάδειξη και αξιοποίηση της στρατηγικής θέσης της Κύπρου στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πεδίο.
Η πρόκληση για τη συμμετοχή στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας με μια ενεργό παρουσία της Κύπρου  είναι τώρα ακόμα πιο έντονα μπροστά μας. Ας επανέλθει λοιπόν η λησμονημένη αίτηση ένταξης της Κύπρου στο ευρωπαϊκό συλλογικό σύστημα ασφάλειας στο πολιτικό προσκήνιο.


*Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων

Του

ΑΝΤΩΝΗ ΚΟΛΙΑΤΣΟΥ

 

 

Η οργή ακολούθησε τη θλίψη του γράφοντος όταν σε ρεπορτάζ Γιαννιώτικου τηλεοπτικού καναλιού με θέμα το πρόσφατο 5 ο Αναπτυξιακό Συνέδριο για την Ήπειρο, άκουσε τον παρουσιαστή να λέει: «…όλα διεξήχθησαν ομαλά, με γνώση και καλό σχεδιασμό των βασικών προβλημάτων του Ηπειρώτικου χώρου, οι κυβερνητικές εξαγγελίες ήταν αποτέλεσμα σοβαρού διαλόγου, ο οποίος διεξήχθη σε κλίμα συναίνεσης, ενώ διελάμβανε ισχυρή και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία[…]. Ωστόσο το καλό κλίμα χάλασε η παραφωνία του δημάρχου Αρταίων κ. Χρ. Τσιρογιάννη, ο οποίος με μοναδικό επιχείρημα ένα ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου, είχε έντονη αντιπαράθεση με τον Υπουργό Παιδείας κ Κ. Γαβρόγλου, όταν κόντρα στην καθολική επιδοκιμασία της περιφερειακής εκπαιδευτικής κοινότητας για την απορρόφηση του ΤΕΙ Ηπείρου από το Παν/μιο Ιωαννίνων κ.ά, αυτός επέμεινε στην συνέχιση της λειτουργίας του ιδρύματος στην Άρτα…».

Δυστυχώς, δεν ήταν μόνο τα πιο πάνω, αυτά κάθε αυτά, λεχθέντα από τον τηλε-παρουσιαστή που προκάλεσαν την οργή του γράφοντος. Ήταν και η απαξία που απέπνεε ο τρόπος εκφοράς τους, αλλά περισσότερο ήταν ο έκδηλα απαξιωτικός τρόπος της τηλεοπτικής κάλυψης του περιγραφέντος περιστατικού.. Πράγματι, στο αναλυτικότατο ρεπορτάζ του σταθμού, και αναφορικά με την προαναφερθείσα αντιπαράθεση, ο τηλε-παρουσιαστής μιλώντας με έκδηλη δυσφορία και ύφος απαξίας, έδειξε σαν να αναρωτιόταν : «δηλαδή τι θέλουν οι Αρτινοί… δεν καταλαβαίνουν ότι και το ΤΕΙ Ηπείρου πρέπει να έρθει στα Γιάννενα…είναι σωστό να απασχολούν το συνέδριο με τα καμώματά τους»;

Περεταίρω, το γεγονός ότι το εν λόγω κανάλι επί 3-4 λεπτά έδειχνε τον από του βήματος ομιλούντα κ. Υπουργό Παιδείας με έντονο ύφος, σχεδόν να επιπλήττει τον κ. Δήμαρχο για την υποστηριζόμενη από αυτόν λειτουργική παραμονή του ΤΕΙ στην Άρτα, παραλείποντας, όμως, να εμφανίσει τον τελευταίο να επιχειρηματολογεί υπέρ των Αρτινών θέσεων είτε να αντί-επιχειρηματολογεί κατά των λεγόμενων του Υπουργού, απεδείκνυε, πέραν της απαράδεκτης, ως δημοσιογραφικά αντιδεοντολογικής, συμπεριφοράς του και την κατεστημένη νοοτροπία των γειτόνων να θεωρούν εντελώς φυσικό «ότι η κάθε δρομολογημένη ανάπτυξη της Ηπείρου, πρέπει να περνάει από τα Γιάννενα».

Από την άλλη, προκαλεί πραγματικά θλίψη το γεγονός ότι ο κ. Δήμαρχος προσήλθε στο στρογγυλό τραπέζι της προσυνεδριακής συζήτησης για το ζήτημα του ΤΕΙ, εντελώς μόνος, χωρίς την επικουρία της τοπικής πολιτικής και αυτοδιοικητικής ιθύνουσας τάξης, με παντελή την απουσία της καθ’ ύλην αρμοδίας τριτοβάθμιας εκπαιδευτικής κοινότητας και μοναδικό όπλο το ομόφωνο ψήφισμα του ΔΣ υπέρ της παραμονής του ΤΕΙ στην Άρτα. Και αυτό συνέβη, όταν, την συγκεκριμένη Αρτινή διεκδίκηση ήταν σχεδόν βέβαιο ότι εμπόδιζαν:

Ο σχεδιαζόμενος από την κυβέρνηση «Καλλικράτης» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που μαζί με την αναβάθμιση των ΤΕΙ σε Παν/κά ιδρύματα είναι ,πλέον, αναπόφευκτη η απορρόφησή τους από τα οικεία Πανεπιστήμια(σ. σ, σύμφωνα με τον υπό ψήφιση σχετικό νόμο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων απορροφάται το ΤΕΙ Ηπείρου).

▪ Η ισχυρή δύναμη της επιθυμίας της συντριπτικής πλειονότητας του καθηγητικού προσωπικού του Αρτινού ΤΕΙ να μετοικήσει στα Γιάννενα, που βλέπει την επίμαχη απορρόφηση ως το όχημα που θα την πραγματοποιήσει.

▪ Η συνισταμένη ασκούμενη πίεση αφ’ ενός του καθηγητικού κατεστημένου του Παν/μίου Ιωαννίνων και αφ’ ετέρου του ΤΕΙ Ηπείρου, προς το αρμόδιο Υπουργείο για να προχωρήσει στην επίμαχη απορρόφηση, επιχειρηματολογώντας υπέρ της αναβάθμισης του ιδρύματος μόνο με ακαδημαϊκά και επιστημονικά κριτήρια και όχι με τοπικά «πολιτικό -οικονομικό κοινωνικά» συμφέροντα.

▪ Η ίδρυση ταχύρυθμων Παν/κών τμημάτων διετούς φοίτησης, τα οποία θα λειτουργούν με χρηματοδότηση των μεγάλων πλέον Παν/ίων, από επιχειρηματικούς ομίλους με σκοπό την επάνδρωσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό Παν/κής εκπαίδευσης, που εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει στην απορρόφηση των διάσπαρτων Παν/κών μονάδων σε υπέρ-συγκεντρωμένα Παν/μια-Μαμούθ.

Από τα όσα πιο πάνω εκτέθηκαν, ήταν αναμενόμενο ότι η απόρριψη του κατά τα άλλα εύλογου παν-αρτινού αιτήματος για την συνέχιση της λειτουργίας του ΤΕΙ Ηπείρου στην Άρτα, ήταν προδιαγεγραμμένη.

Ωστόσο, με αφορμή την επίμαχη «απώλεια», στην περιρρέουσα την τοπική κοινωνία ατμόσφαιρα έχει επικρατήσει η άποψη ότι και στο 5 ο συνέδριο για την ανάπτυξη της Ηπείρου, τουλάχιστον σε επίπεδο κυβερνητικών εξαγγελιών, «τα Γιάννενα τα πήραν όλα».

Από το άλλο μέρος είναι περισσότεροι αυτοί που υποστηρίζουν ότι ένας από τους λόγους της άσχημης για τον νομό εξέλιξης, είναι το γεγονός ότι οι καθ’ ύλην αρμόδιοι πολιτικοί, αυτοδιοικητικοί και κοινωνικοί παράγοντες του τόπου, συμπεριλαμβανομένων των φορέων της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού κ.ά, προσήλθαν ελλιπώς ή καθόλου προετοιμασμένοι, ασυντόνιστα, χωρίς μελέτες για την διεκδίκηση σοβαρών αναπτυξιακών για την περιοχή έργων και κυρίως χωρίς την εξασφάλιση της πολύτιμης τοπικής «πολιτικό-κομματικής» επικουρίας του κυβερνώντος κόμματος, από το υψηλότερο δυνατό κυβερνητικό επίπεδο.

Παρόλα αυτά μια συλλογική και καλά σχεδιασμένη διεκδίκηση για την λειτουργική συνέχεια στην Άρτα, τουλάχιστον του Τμήματος Λαικής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ και την ταχεία συγκρότηση και λειτουργία της εξαγγελθείσας από τον Πρωθυπουργό Γεωπονικής σχολής στην Άρτα, ίσως... χρύσωνε το χάπι της συζητούμενης «απώλειας» του ΤΕΙ.. Πόσω δε μάλλον όταν, σήμερα, με την σμίκρυνση του χρόνου μετάβασης από την Άρτα στα Γιάννενα και τούμπαλιν(λόγω Ιόνιας οδού), θα μπορούσε και με άνωθεν ισχυρή πολιτική βούληση να δικαιολογηθεί η λειτουργία στην Άρτα, κάποιων διετούς φοίτησης νέο-ιδρυθησόμενων σχολών του Παν/μίου Ιωαννίνων.

Και μία τελευταία διευκρίνιση. Η δημοσιογραφική αυτή γραφίδα, αναφερόμενη στο «επεισόδιο» του Δημάρχου κ. Χρ. Τσιρογιάννη με τον επί της Παιδείας υπουργό κ. Κ. Γαβρόγλου, όπως τουλάχιστον το παρουσίασε το Γιαννιώτικο τηλεοπτικό κανάλι, επ’ ουδενί επεχείρησε να αποδώσει μομφή στον πρώτο. Αντίθετα, για το ότι, ο Δήμαρχος σχεδόν άοπλος, και μόνος, έδωσε τη μάχη του ΤΕΙ αναμετρώμενος με… υπέρτερες δυνάμεις, κατά μία έννοια, εγγράφεται στο ενεργητικό του.. Και αυτό γιατί, κατά τον γράφοντα, καθ’ ον χρόνο δίνεται μια μάχη υπέρ της Άρτας, κάθε εσπευσμένη επίκριση κατά του μαχόμενου Αρτινού ιθύνοντα, ανεξάρτητα από τα τυχόν λάθη ή παραλείψεις, είναι φρόνιμο να συνομολογηθεί ότι δεν υπηρετεί ούτε την δεοντολογία ούτε την ηθική τάξη και πολύ περισσότερο ούτε την υπόθεση της Άρτας. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο η όποια κριτική πρέπει να ασκείται σε δεύτερο χρόνο…

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017 21:15

Η ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΠΡΑΞΙΑ

Του

Γιαννάκη Λ. Ομήρου*

 

Μετά την ηχηρή κατάρρευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κραν – Μοντάνα επικράτησε η άποψη, συνεργούσης και της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ, ότι πρέπει να υπάρξει περίοδος «περισυλλογής». Ωστόσο θα ήταν ολέθριο αυτή η άποψη να οδηγεί σε μια παραλυτική απραξία η οποία να ισοδυναμεί με πλήρη ακινησία ως προς την επιδίωξη της λυτρωτικής λύσης στην οποία προσβλέπει ο λαός μας μετά την προδοσία και το έγκλημα του 1974.
Πρώτο και βασικό καθήκον της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Κυπριακής πλευράς, η λησμονημένη διαμόρφωση πρότασης – περιγράμματος λύσης του Κυπριακού το οποίο να κατατεθεί  ενώπιον της διεθνούς και της ευρωπαϊκής κοινότητας. Να υπενθυμίσουμε ότι ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε δεσμευθεί προεκλογικά ότι θα αναλάμβανε πρωτοβουλία για διαμόρφωση και κατάθεση ενός τέτοιου περιγράμματος λύσης. Υπόσχεση και δέσμευση που αθετήθηκε. Βάση ενός τέτοιου περιγράμματος λύσης ή έστω βασικών αρχών της λύσης θα πρέπει να αποτελέσουν, πέραν των συμφωνιών υψηλού επιπέδου του 1977 και του 1979 (με ορθή ερμηνεία), οι ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου του 1989, καθώς και το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος του Εθνικού Συμβουλίου του 2009. Στόχος, μια αξιόπιστη και νομικά -συνταγματικά τεκμηριωμένη πρόταση η οποία, πέραν της αυτονόητης χρησιμότητας της, θα απαντά και σε όσους κακόπιστα -όχι μόνο από πλευράς Τουρκίας- προβάλλουν τον ανήκουστο ισχυρισμό ότι «οι Έλληνες Κύπριοι δεν επιθυμούν λύση» και ότι είναι ικανοποιημένοι με της σημερινή διχοτομική τάξη πραγμάτων. Όπως επανέλαβε πρόσφατα ο ανεκδιήγητος πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Τζάκ Στρό.
Σημαντικό είναι να υπογραμμιστεί ότι λεγόμενες συμφωνίες για έναρξη διαπραγματεύσεων, θα πρέπει να τύχουν βελτίωσης για να είναι συμβατές με μια ομοσπονδιακού τύπου λύση, συμβατή με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Όπως η συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου του 2014. Με τις «εποικοδομητικές» ή καλύτερα μη εποικοδομητικές ασάφειες που οδηγούν σε αμφισημία στην ερμηνεία της κυριαρχίας.
Η κυριαρχία έπρεπε να προσδιορίζεται ως «μία μόνη και αδιαίρετη» η οποία εκπηγάζει από το λαό και όχι από τις «κοινότητες» ή «τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους». Η τουρκική πλευρά είναι προφανές ότι επεδίωξε υιοθέτηση των προνοιών του Σχεδίου Ανάν για την «κυριαρχία».
Οι πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν (άρθρο 2 (1)(α) (β) και (γ) του Μέρους «Κύρια άρθρα») προνοούν:
(β): Ότι «η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση κυριαρχικά ασκεί τις εξουσίες που καθορίζονται στο Σύνταγμα, ώστε να διασφαλίζεται  ότι η Κύπρος θα μπορεί να μιλά και να ενεργεί με μια φωνή διεθνώς και στην  Ευρωπαϊκή Ένωση…» ενώ στο αμέσως επόμενο άρθρο αναφέρεται:
(1)(γ): «οι συνιστώσες πολιτείες, έχουν ίσο καθεστώς (status). Εντός των ορίων του Συντάγματος, αυτές θα ασκούν κυριαρχικά όλες τις εξουσίες που δεν ανήκουν («vested») δια του Συντάγματος στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση …»
Είναι προφανές από αυτές τις διατυπώσεις του Σχεδίου Ανάν, του οποίου τη νεκρανάσταση δεν αποκρύβει ότι επιδιώκει η τουρκική πλευρά, ότι η «κυριαρχία» δεν θα είναι « μία, μόνη και αδιαίρετη» αλλά θα είναι τρικέφαλος. Πολύ περισσότερο όταν η επιδίωξη της τουρκικής πλευράς είναι το κατάλοιπο εξουσίας να αποτελεί κεκτημένο των «συνιστωσών πολιτειών», κάτι που έγινε αποδεκτό στη συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου.
Άκρως επικίνδυνη και η αποδοχή της τουρκικής απαίτησης, σε ότι αφορά την κυριαρχία, ότι εκπηγάζει ισότιμα από «τις δύο κοινότητες» όπως προέβλεπαν «οι ιδέες Γκάλι» έστω και αν, αντί της αναφοράς σε «κοινότητες», γίνεται αναφορά σε «Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους». Όπως και η αναφορά σε «εσωτερική ιθαγένεια» που, αναπόδραστα και αναπόφευκτα, ενισχύει την τρικέφαλο κυριαρχία.
Η ουσία του Κυπριακού, δηλαδή ο τερματισμός της κατοχής, η απομάκρυνση των εποίκων και η κατάργηση των εγγυήσεων του 1960, απουσιάζουν από τη συμφωνία.
Περαιτέρω θα πρέπει να επιδιωχθεί η αποσύνδεση της εσωτερικής από τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού. Πολύ σωστά η σημερινή Ελληνική Κυβέρνηση κατέστησε σαφές, ότι, εκείνο που την αφορά ως εγγυήτρια δύναμη, είναι το θέμα της αποχώρησης στρατευμάτων, η κατάργηση των αναχρονιστικών εγγυήσεων του 1960 και η απομάκρυνση των εποίκων. Αυτά είναι τα ζητήματα που πρέπει να τεθούν ενώπιον της Τουρκίας σε μια πραγματική διεθνή διάσκεψη με συμμετοχή των μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, της Ε.Ε. των τριών εγγυητριών δυνάμεων και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Επειδή προβάλλεται η άποψη ότι με τις εξελίξεις στις σχέσεις Ε.Ε. – Τουρκίας, η δυνατότητα άσκησης πιέσεων από δικής μας πλευράς προς την Τουρκία μέσω Ε.Ε. έχει εκμηδενιστεί, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι πέραν του στόχου της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. ανοικτή παραμένει και θα παραμείνει η ειδική εταιρική σχέση. Συνεπώς η απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για εκπλήρωση των Κυπριογενών υποχρεώσεων της Τουρκίας προς οιασδήποτε εξομάλυνσης – αναβάθμισης των Ευρωτουρκικών σχέσεων, θα πρέπει να παραμένει αμετακίνητη. Το ίδιο ισχύει και για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης Τουρκίας – Ε.Ε. από το 2005 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει αναθέσει στην Τουρκία συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ανεπιφύλακτη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων σε κυπριακά πλοία και αεροπλάνα και συνεργασία για λύση στη βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας περί Κύπρου και των αρχών και των αξιών της Ε.Ε. Χωρίς εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων η θέση μας θα πρέπει να παραμείνει αταλάντευτη για παρεμπόδιση αναβάθμισης της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας με την Ε.Ε.
Αντί λοιπόν της διολίσθησης στη διαβόητη περισυλλογή – απραξία, το χρέος μας είναι να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια να αποτρέψουμε τους οφθαλμοφανείς κινδύνους. Για διπλή κυριαρχία, διπλή ιθαγένεια, συνομοσπονδιακή δομή, παρθενογένεση, μόνιμες παρεκκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο μέσω κήρυξης της λύσης ως πρωτογενούς δικαίου.

 

*Τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπωντης Κυπριακής Δημοκρατίας

Του

Μιχάλη Ντιναλέξη*

 

Το ζήτημα της ψήφου των Ελλήνων στο εξωτερικό αναδεικνύει γι’ ακόμη μία φορά την αναντίρρητη αλήθεια της πολιτικής: ότι μόνο οι πρακτικές και τα συστήματα που βασίζονται σε στέρεες αξιακές αρχές μπορούν να λειτουργήσουν σωστά. Τα συστήματα που βασίζονται σε σκοπιμότητες και που εν τέλει χειραγωγούνται για να εξυπηρετήσουν σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους έχουν δομηθεί, είναι καταδικασμένα να μολύνονται από στρεβλώσεις και σφάλματα.
Έτσι είναι και το εκλογικό σύστημα της Ελλάδος. Σκοπός του είναι η αντιπροσώπευση των Ελλήνων και μέσο του η συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία. Αποτυγχάνει, όμως, στο σκοπό αυτό, καθώς μύριοι Έλληνες, ως λαός αποδημητικός, δεν μπορούν λόγω απόστασης να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία και δεν τους προσφέρει πρόσβαση στη συμμετοχή. Λύσεις στο ζήτημα αυτό έχουν δοθεί από σχεδόν όλες τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου και η κυριότερη, η ψήφος στις Πρεσβείες, έχει αναγνωριστεί και από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, όμως δεν εφαρμόζεται. Το αποτέλεσμα είναι μία σειρά στρεβλώσεων, με κυριότερη τη μη-αντιπροσώπευση μεγάλου αριθμού πολιτών, και άλλες, όπως π.χ. το παλιότερο φαιδρό φαινόμενο των εκλογικών αεροπλάνων.
Δεν πρόκειται για κάποιο δικαίωμα – είμαστε ήδη εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους. Πρόκειται για διευκόλυνση της συμμετοχής μας.
Δεν πρόκειται για άγνοια ή αδυναμία του κράτους να καταρτίσει καταλόγους. Έχουμε δηλώσει επανειλημμένα και για διάφορους λόγους πώς κατοικούμε στο εξωτερικό.
Δεν πρόκειται για έλλειψη τεχνογνωσίας. Στις Ευρωεκλογές με εξαιρετικά απλό τρόπο καταρτίζονται κατάλογοι στις Πρεσβείες και ψηφίζουμε εκεί κανονικά.
Δε νοείται αποξένωση με τη χώρα μας, στην οποία μάλιστα έχουμε δηλώσει και τα εισοδήματά μας στο εξωτερικό κι έχουμε φορολογηθεί για αυτά.
Δεν πρόκειται για Έλληνες του εξωτερικού, καθώς οι Έλληνες δε χωρίζονται σε κατηγορίες! Είμαστε Έλληνες, στο εξωτερικό, είτε για μία μέρα και μόνο είτε για δεκαετίες.
Στο παρελθόν, προηγούμενες προσπάθειες καθιέρωσης της τακτικής της ψήφου στις Πρεσβείες προσέκρουσαν σε μικροπολιτικά συμφέροντα και εκλογικές εκτιμήσεις. Σήμερα, ο Πρωθυπουργός αναφέρεται στους Έλληνες στο εξωτερικό σε κάθε ευκαιρία, όμως η πρόταση νόμου της ΝΔ για την ψήφο στο εξωτερικό δεν έχει έρθει για συζήτηση στη Βουλή παρότι έχει κατατεθεί εδώ και 18 μήνες. Είναι καιρός να διορθωθεί η στρέβλωση αυτή του ελληνικού εκλογικού συστήματος, πέρα και πάνω από μικροπολιτικές δικαιολογίες και να λήξει η στην ουσία παρεμπόδιση άσκηση του δικαιώματός μας στην αντιπροσώπευση.

 

*Ο κ. Μιχάλης Ντιναλέξης είναι Πολ. Μηχανικός & Μηχανικός Περιβάλλοντος, Αντιπρόεδρος Ο.Ν.ΝΕ.Δ. Ηνωμένου Βασιλείου και πρ. Πρόεδρος Hellenic Society Imperial College London.

Του

Αντώνη Κολιάτσου

 

 

Τους δυστυχείς μικρό-δανειολήπτες, τους εν πολλοίς ανενημέρωτους περί τα τραπεζικά και, ένεκα των μη δυνάμενων να προβλεφθούν μνημονιακών πολιτικών λιτότητας,  αδυνατούντες να ανταποκριθούν στις συμβατικές δανειακές υποχρεώσεις τους, η σκληρή και αδυσώπητη  ιερή συμμαχία «δανειστών- τραπεζών», έρχεται να τους προειδοποιήσει ότι , πλέον, «ήγγικεν η ώρα» να τους πάρει και τα σπίτια.
Από  το άλλο μέρος οι καθ’ ύλην αρμόδιοι κυβερνητικοί ιθύνοντες, όπως και οι προκάτοχοί τους, όντας αδύναμοι να τους υπερασπιστούν κατά τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, αρκούνται στο να μοιράζουν φρούδες ελπίδες ότι δήθεν δεν πρόκειται να θιγεί η πρώτη κατοικία τους, από την κυοφορούμενη άρση της απαγόρευσης των πλειστηριασμών.
Ωστόσο κανείς από τους καθ’ ύλην  αρμόδιους υπεύθυνους των δανειστών, των Τραπεζών και των μνημονιακών Κυβερνήσεων δεν μίλησε ούτε μιλάει για τις τεράστιες ευθύνες που φέρνουν οι εν λόγω φορείς, στη διόγκωση των κόκκινων τραπεζικών δανείων, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εξ’ αιτίας της «μνημονιακής ανέχειας» και των τοκογλυφικών τραπεζικών επιτοκίων που τα διέπουν, αυξάνονται οριζοντίως και καθέτως με γεωμετρική πρόοδο.  Απλά  τις προσπερνούν(τις ευθύνες τους) με περισσή ευκολία., αρκούμενοι, κατά την συνήθη πρακτική τους, «αντί για το γάϊδαρο να χτυπάνε το σαμάρι».
Γιατί αυτό, δυστυχώς, κάνουν οι νυν κυβερνητικοί ιθύνοντες(όπως το έκαναν και οι πρώην), όταν, αντί να  περιορίσουν, αν όχι να εξαλείψουν τις οικονομικό - κοινωνικές βαρύτατες επιπτώσεις που θα προκαλέσει το επικείμενο μαζικό άνοιγμα των  πλειστηριασμών, αυτοί συνομολογώντας στην τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που νομιμοποίησε τον ηλεκτρονικό τρόπο της διεξαγωγής τους, σήμερα, εντελώς υποκριτικά φερόμενοι, μοιράζουν αφειδώς  καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι δήθεν θα  προστατεύσουν νομοθετικά την Ά κατοικία του φτωχού δανειολήπτη. Και σαν μην έφθανε αυτή η υπόσχεση, που εν τοις πράγμασι είναι χωρίς αντίκρισμα, οι εν λόγω ιθύνοντες, τέως και νυν, αναφορικά με το επίμαχο ζήτημα, πέραν του ότι «βάλλουν κατά της ιδιοκτησίας» κατ’ εντολήν των δανειστών, ταυτόχρονα επιχειρούν  και να «από-ενοχοποιήσουν» εαυτούς και αλλήλους, με το «επιχείρημα-σόφισμα» του δήθεν εγκυμονούντος ηθικού κινδύνου… Δηλαδή, ότι μόνο: « με την  οριζόντια απελευθέρωση των πλειστηριασμών θα αποκαλυφθούν και θα προσέλθουν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους, όλοι όσοι,  ενώ μπορούν δεν το κάνουν( σ.σ πρόκειται για τους γνωστούς «Μπαταχτσήδες» ) και πως μόνο έτσι θα αποφευχθεί ο κίνδυνος οι συνεπείς δανειολήπτες να μην  σταματήσουν να πληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους(σ. σ, δ.λ.δ ότι θα εκλείψει ο κίνδυνος να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πιο πάνω κακοπληρωτών).
Αλλά, εάν το κυρίαρχο πλέον δίδυμο «Δανειστές-Τράπεζες», ήθελε  ειλικρινά να αντιμετωπίσει το οξύτατο πρόβλημα των πλειστηριασμών, θα μπορούσε να το κάνει, μέσα από μια ρύθμιση που θα διασφάλιζε αφ’ ενός  την συνταγματικά  προστατευόμενη  Α’ κατοικία των πραγματικά ανήμπορων δανειοληπτών και αφ’ ετέρου τις νόμιμες απαιτήσεις των δανειοδοτριών τραπεζών, από αυτούς «που έχουν και δεν πληρώνουν τα δανεικά». Και αυτό γιατί, το υφιστάμενο οικείο νομικό πλαίσιο είναι τόσο ισχυρό και επαρκές (σ. σ, βλ.άρθ. 87 του νομοθετικού διατάγματος  17.7/13.8.1923 και 4 Ν. 5368/1932, άρθρ. 52 αρ. 3 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρ.24 ν. 2915/2001 και απόφαση ΑΠ. 1812/2007 Τμ Α΄), ώστε, χωρίς να χρειασθεί το οριζόντιο άνοιγμα των πλειστηριασμών(οσονούπω ηλεκτρονικών), να επιτραπεί  η αποκάλυψη των Μπαταχτσήδων(*) και δυνητικά η  προσέλευσή τους στα τραπεζικά γκισέ για να αποπληρώσουν τα χρέη τους .
Υπό αυτή την έννοια, εάν ο «μπαταχτσής-δανειολήπτης» δανειοδότριας (εγχώριας) Τράπεζας, έχει:

▪ Κατάθεση σε λογαριασμό της ίδιας τράπεζας, τότε η τελευταία  μπορεί αυτόματα να «τραβήξει» από το λογαριασμό του, ολόκληρη την κατάθεση, ακόμη και αν υπάρχουν  συν-δικαιούχοι, έναντι των χρωστούμενων.
▪ Κατάθεση  στην τράπεζα Β και χρωστάει στην  τράπεζα Α, τότε με  άρση του τραπεζικού απόρρητου η δανείστρια τράπεζα Α, μπορεί να εκδώσει κατασχετήριο και να κατασχέσει, ως ανωτέρω, ποσό από τον καταθετικό λογαριασμό που ο εν λόγω «Μπαταχτσής» διατηρεί στην Β.
▪ Κατάθεση σε(εξωχώρια) Τράπεζα , τότε ο  διοικητής της Τράπεζας Της Ελλάδος, εάν φυσικά το θελήσει, μπορεί με το «πάτημα ενός κουμπιού» να πληροφορηθεί το ποσό και την τράπεζα του εξωτερικού που έχει καταθέσει τα χρήματά του(ο «Μπαταχτσής») και εντεύθεν να ενημερωθεί η δανείστρια ελληνική τράπεζα, η οποία, προχωρώντας τις παρεμφερείς σύννομες διαδικασίες που θα λαμβάνουν υπόψη το δίκαιο της χώρας όπου λειτουργεί η ξένη τράπεζα και τις ισχύουσες διακρατικές συμφωνίες της με την Ελλάδα,  θα μπορέσει να κατασχέσει τα οφειλόμενα.

 Κατά συνέπεια σε κάθε περίπτωση είναι πλέον  εφικτό οι ελάχιστοι «Μπαταχτσήδες» δανειολήπτες να «αποκαλυφθούν» και στη συνέχεια οι δανείστριες τράπεζες να τους «στριμώξουν» καλώντας τους να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Όμως το θέλει αυτό το εγχώριο πολιτικό-τραπεζικό σύστημα και περισσότερο το πανίσχυρο αλλοδαπό που, δια της Τρόϊκας , στην ουσία κυβερνούν τη χώρα; Θέλει ειδικότερα, το τραπεζικό «ευρώ-σύστημα», να φύγουν  για τις ελληνικές Τράπεζες τα παρκαρισμένα στις ευρωπαϊκές δισεκατομμύρια ευρώ των Ελλήνων κόκκινων μεγαλοφειλετών; Ή με τις φτηνές δικαιολογίες που Τράπεζες, δανειστές και  μνημονιακές κυβερνήσεις  αραδιάζουν, στην ουσία απλά επαναλαμβάνουν εκείνο το αλήστου μνήμης αμίμητο : «εδώ ο «Μπαταχτσής», εκεί ο «Μπαταχτσής» που είναι ο «Μπαταχτσής»» και ως άλλοι παπατζήδες, απλά εμπαίζουν έναν ολόκληρο κόσμο, ο  οποίος πνιγμένος στα τραπεζικά χρέη τώρα πρέπει και να ξεσπιτωθεί;
Από την άλλη το πιο πάνω σκληρό και ανελέητο μνημονιακό τρίδυμο, πόσο λαμβάνει υπόψη ότι, εξ’ αιτίας της μαζικότητας που θα εμφανίσουν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, το τίμημα της πλειστηρίασης των ακινήτων των πάσης φύσεως «κόκκινων δανειοληπτών» είναι μαθηματικά βέβαιο ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, θα είναι πολύ μικρότερο της απαίτησης  (του χρέους) της επισπεύδουσας Τράπεζας ή του distress.fund(σ. σ, το χρηματοοικονομικό κοράκι που αγόρασε  το δάνειο μπιρ-παρά από την Τράπεζα);
Και, ειδικότερα, πως εάν μεν ο δανειολήπτης είναι  έχων και κατέχων, μπορεί ένας τρίτος, συνήθως αχυράνθρωπός του, που εύκολα και νόμιμα θα έχει  καταστεί υπερθεματιστής, σε δεύτερο χρόνο να μεταβιβάσει το ακίνητο σε πρόσωπο της επιλογής του…αφεντικού του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, έμμεσα, να επαναποκτήσει το ακίνητο με πολύ λιγότερα χρήματα από το χρέος του;
Ενώ, εάν ο οφειλέτης είναι φτωχός και ανήμπορος, τότε, όχι μόνο θα χάσει το σπίτι του, αλλά κατά το ισχύον ελληνικό δίκαιο, είτε ο ίδιος ως πρώτο-οφειλέτης είτε ο τυχών εγγυητής (σ. σ, συνήθως στενό συγγενικό του πρόσωπο) ή ακόμη και οι κληρονόμοι τους, θα υποχρεωθούν να αποπληρώσουν την προκύπτουσα διαφορά;

Σελίδα 1 από 41

TEΛEYTAIA NEA

TEΛEYTAIA ΑΝΑΝΕΩΣΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΙΜΟΤΗΤΑ

12218990
Σήμερα
Αυτή την εβδομάδα
Αυτόν το μήνα
887
22874
111707

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 98 επισκέπτες και κανένα μέλος